Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le délire
01
ενθουσιασμός, έκσταση
état de grande excitation, d'enthousiasme ou de joie intense
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les supporters étaient en délire après la victoire de leur équipe.
Οι οπαδοί ήταν σε παραλήρημα μετά τη νίκη της ομάδας τους.
02
παραφροσύνη, διαταραχή της συνείδησης
état mental caractérisé par des idées confuses, des hallucinations ou une perte de contact avec la réalité
Παραδείγματα
Le patient a présenté un délire après la fièvre élevée.
Ο ασθενής παρουσίασε παραλήρημα μετά τον υψηλό πυρετό.



























