faire
de
de
faire
fɛ:ʁ
fer
défaite

Ορισμός και σημασία του "défaire"στα γαλλικά

défaire
01

ξελύω, ξεβιδώνω

séparer ce qui était attaché ou assemblé 
défaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
défais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
défaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déferai
ενεστώτα μετοχή
défaisant
παθητική μετοχή
défait
α΄ πληθυντικό παρατατικού
défaisions
Παραδείγματα
Elle doit défaire ses lacets avant d'enlever ses chaussures. 

Πρέπει να ξεδένει τα κορδόνια της πριν βγάλει τα παπούτσια της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store