défaire
Pronunciation
/defɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "défaire"στα γαλλικά

défaire
01

ξελύω, ξεβιδώνω

séparer ce qui était attaché ou assemblé
défaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
défais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
défaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déferai
ενεστώτα μετοχή
défaisant
παθητική μετοχή
défait
α΄ πληθυντικό παρατατικού
défaisions
Παραδείγματα
Le magicien a défait les chaînes en quelques secondes.
Ο μάγος έλυσε τις αλυσίδες σε λίγα δευτερόλεπτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store