Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
défaire
01
ξελύω, ξεβιδώνω
séparer ce qui était attaché ou assemblé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
défais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
défaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déferai
ενεστώτα μετοχή
défaisant
παθητική μετοχή
défait
α΄ πληθυντικό παρατατικού
défaisions
Παραδείγματα
Le magicien a défait les chaînes en quelques secondes.
Ο μάγος έλυσε τις αλυσίδες σε λίγα δευτερόλεπτα.



























