Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
défaire
01
ξελύω, ξεβιδώνω
séparer ce qui était attaché ou assemblé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
défais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
défaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déferai
ενεστώτα μετοχή
défaisant
παθητική μετοχή
défait
α΄ πληθυντικό παρατατικού
défaisions
Παραδείγματα
Elle doit défaire ses lacets avant d'enlever ses chaussures.
Πρέπει να ξεδένει τα κορδόνια της πριν βγάλει τα παπούτσια της.



























