le faut
de
de
faut
fo
fo

Ορισμός και σημασία του "défaut"στα γαλλικά

01

ελάττωμα, ατέλεια

une faiblesse ou imperfection chez une personne ou une chose 
le défaut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
défauts
Παραδείγματα
Son principal défaut est son impatience. 

Το κύριο ελάττωμά του είναι η ασυγκρασία του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store