la défaite
Pronunciation
/defˈɛt/

Ορισμός και σημασία του "défaite"στα γαλλικά

La défaite
[gender: feminine]
01

ήττα, απώλεια

perte d'un match, d'une compétition ou d'un combat
la défaite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
défaites
Παραδείγματα
La défaite était inattendue mais méritée.
Η ήττα ήταν απροσδόκητη αλλά άξια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store