la faite
de
de
faite
fɛt
fet
défaire

Ορισμός και σημασία του "défaite"στα γαλλικά

01

ήττα, απώλεια

perte d'un match, d'une compétition ou d'un combat 
la défaite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
défaites
Παραδείγματα
L'équipe a subi une défaite importante hier. 

Η ομάδα υπέστη μια σημαντική ήττα χθες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store