Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décevant
01
απογοητευτικός, που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες
qui ne répond pas aux attentes ou espérances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus décevant
συγκριτικός βαθμός
plus décevant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
décevant
αρσενικό πληθυντικό
décevants
θηλυκό ενικό
décevante
θηλυκό πληθυντικό
décevantes
Παραδείγματα
Les résultats de l'examen sont décevants.
Τα αποτελέσματα της εξέτασης είναι απογοητευτικά.
02
παραπλανητικός, απογοητευτικός
qui induit en erreur
Παραδείγματα
Un sourire décevant cachant de mauvaises intentions.
Ένα παραπλανητικό χαμόγελο που κρύβει κακές προθέσεις.



























