les déchets
Pronunciation
/deʃɛ/

Ορισμός και σημασία του "déchets"στα γαλλικά

Les déchets
[gender: masculine]
01

απόβλητα, σκουπίδια

matières ou objets que l'on jette car ils ne servent plus
les déchets definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déchets
Παραδείγματα
Il est important de réduire les déchets plastiques.
Είναι σημαντικό να μειωθούν τα πλαστικά απόβλητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store