décerner
dé
de
de
cer
sɛʁ
ser
ner
ne
ne
déclinerdéconner

Ορισμός και σημασία του "décerner"στα γαλλικά

décerner
01

απονέμω, απονέμω βραβείο

attribuer officiellement un prix, un titre ou une distinction à quelqu'un 
décerner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décerne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décernons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décernerai
ενεστώτα μετοχή
décernant
παθητική μετοχή
décerné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décernions
Παραδείγματα
Le jury a décerné le prix à la meilleure étudiante. 

Η κριτική επιτροπή απένειμε το βραβείο στην καλύτερη φοιτήτρια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store