décerner
Pronunciation
/desɛʀne/

Ορισμός και σημασία του "décerner"στα γαλλικά

décerner
01

απονέμω, απονέμω βραβείο

attribuer officiellement un prix, un titre ou une distinction à quelqu'un
décerner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décerne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décernons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décernerai
ενεστώτα μετοχή
décernant
παθητική μετοχή
décerné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décernions
Παραδείγματα
Ils ont décerné le titre d' honneur aux chercheurs.
Απένειμαν τον τιμητικό τίτλο στους ερευνητές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store