Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décerner
01
απονέμω, απονέμω βραβείο
attribuer officiellement un prix, un titre ou une distinction à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décerne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décernons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décernerai
ενεστώτα μετοχή
décernant
παθητική μετοχή
décerné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décernions
Παραδείγματα
Ils ont décerné le titre d' honneur aux chercheurs.
Απένειμαν τον τιμητικό τίτλο στους ερευνητές.



























