Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durer
01
διαρκώ, παραμένω
continuer pendant un certain temps, ne pas s'interrompre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
durons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
durerai
ενεστώτα μετοχή
durant
παθητική μετοχή
duré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
durions
Παραδείγματα
Le silence dura quelques secondes seulement.
Η σιωπή διήρκησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα.
02
διαρκώ, παραμένω
rester en bon état pendant un certain temps
Παραδείγματα
Une œuvre d' art vraie dure à travers les siècles.
Ένα αληθινό έργο τέχνης διαρκεί μέσα στους αιώνες.



























