durer
durer
dzyʁe
dzyre
dorerduper

Ορισμός και σημασία του "durer"στα γαλλικά

01

διαρκώ, παραμένω

continuer pendant un certain temps, ne pas s'interrompre 
durer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
durons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
durerai
ενεστώτα μετοχή
durant
παθητική μετοχή
duré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
durions
Παραδείγματα
La réunion a duré deux heures. 

Η συνάντηση διήρκεσε δύο ώρες.

02

διαρκώ, παραμένω

rester en bon état pendant un certain temps 
durer definition and meaning
Παραδείγματα
Ces chaussures durent très longtemps. 

Αυτά τα παπούτσια διαρκούν πολύ καιρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store