durer
Pronunciation
/dyʀe/

Ορισμός και σημασία του "durer"στα γαλλικά

01

διαρκώ, παραμένω

continuer pendant un certain temps, ne pas s'interrompre
durer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
durons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
durerai
ενεστώτα μετοχή
durant
παθητική μετοχή
duré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
durions
Παραδείγματα
Le silence dura quelques secondes seulement.
Η σιωπή διήρκησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα.
02

διαρκώ, παραμένω

rester en bon état pendant un certain temps
durer definition and meaning
Παραδείγματα
Une œuvre d' art vraie dure à travers les siècles.
Ένα αληθινό έργο τέχνης διαρκεί μέσα στους αιώνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store