Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La discipline
[gender: feminine]
01
πειθαρχία, κλάδος γνώσης
branche de connaissance ou d'enseignement dans un domaine précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
disciplines
Παραδείγματα
Il a changé de discipline après deux ans d' études.
Άλλαξε ειδικότητα μετά από δύο χρόνια σπουδών.
02
πειθαρχία, κανονισμός
règle ou ensemble de règles destinées à faire respecter l'ordre, surtout dans un cadre scolaire, militaire ou familial
Παραδείγματα
L' armée exige une discipline parfaite.
Ο στρατός απαιτεί τέλεια πειθαρχία.
03
αυτοπειθαρχία, προσωπική πειθαρχία
capacité à se contrôler, à suivre des règles ou à respecter un cadre avec rigueur
Παραδείγματα
Sans discipline, il est difficile de progresser.
Χωρίς πειθαρχία, είναι δύσκολο να προοδεύσεις.
04
πειθαρχία, κανόνας
ensemble de règles ou de méthodes qu'on suit pour atteindre un objectif
Παραδείγματα
Elle applique une discipline claire dans son travail.
Εφαρμόζει μια σαφή πειθαρχία στη δουλειά της.
Λεξικό Δέντρο
indiscipline
discipline



























