Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La discipline
01
πειθαρχία, κλάδος γνώσης
branche de connaissance ou d'enseignement dans un domaine précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
disciplines
Παραδείγματα
La biologie est une discipline scientifique.
Η βιολογία είναι μια επιστημονική πειθαρχία.
02
πειθαρχία, κανονισμός
règle ou ensemble de règles destinées à faire respecter l'ordre, surtout dans un cadre scolaire, militaire ou familial
Παραδείγματα
La discipline est stricte dans cette école.
Η πειθαρχία είναι αυστηρή σε αυτό το σχολείο.
03
αυτοπειθαρχία, προσωπική πειθαρχία
capacité à se contrôler, à suivre des règles ou à respecter un cadre avec rigueur
Παραδείγματα
Il a beaucoup de discipline dans son travail.
Έχει πολλή πειθαρχία στη δουλειά του.
04
πειθαρχία, κανόνας
ensemble de règles ou de méthodes qu'on suit pour atteindre un objectif
Παραδείγματα
Cette méthode repose sur une discipline stricte.
Αυτή η μέθοδος βασίζεται σε μια αυστηρή πειθαρχία.
Λεξικό Δέντρο
indiscipline
discipline



























