Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
considérable
01
σημαντικός, μεγάλος
important par sa taille, son nombre ou son importance
Παραδείγματα
La pluie a causé des dégâts considérables dans la région.
Η βροχή προκάλεσε σημαντικές ζημιές στην περιοχή.



























