Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conservation
01
διατήρηση, συντήρηση
action de protéger, de maintenir ou de préserver quelque chose dans son état d'origine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La conservation des archives permet de garder la mémoire du passé.
Η διατήρηση των αρχείων επιτρέπει τη διατήρηση της μνήμης του παρελθόντος.
Λεξικό Δέντρο
conservation
conserve



























