Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consistant
01
πυκνός, παχύς
qui a une texture épaisse, compacte ou dense
Παραδείγματα
La pâte à gâteau doit être consistante avant la cuisson.
Το κουρκούτι του κέικ πρέπει να είναι πυκνό πριν από το ψήσιμο.
02
στερεός, σταθερός
qui a de la solidité, de la fermeté, ou qui est stable et fiable
Παραδείγματα
Son travail est consistant et fiable depuis des années.
Η δουλειά του είναι σταθερή και αξιόπιστη εδώ και χρόνια.
03
θρεπτικός, χορταστικός
qui nourrit bien, rassasie, qui a de la substance
Παραδείγματα
Il préfère un déjeuner consistant avant le sport.
Προτιμά ένα χορταστικό γεύμα πριν από τον αθλητισμό.



























