Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consistant
01
πυκνός, παχύς
qui a une texture épaisse, compacte ou dense
Παραδείγματα
La soupe est consistante et chaude.
Η σούπα είναι πυκνή και ζεστή.
02
στερεός, σταθερός
qui a de la solidité, de la fermeté, ou qui est stable et fiable
Παραδείγματα
Le mur est consistant et bien construit.
Ο τοίχος είναι στερεός και καλά χτισμένος.
03
θρεπτικός, χορταστικός
qui nourrit bien, rassasie, qui a de la substance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus consistant
συγκριτικός βαθμός
plus consistant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
consistant
αρσενικό πληθυντικό
consistants
θηλυκό ενικό
consistante
θηλυκό πληθυντικό
consistantes
Παραδείγματα
Ce repas est très consistant.
Αυτό το γεύμα είναι πολύ χορταστικό.



























