Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consoler
01
παρηγορώ, καθησυχάζω
apporter du réconfort à quelqu'un, calmer sa peine ou sa tristesse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
console
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
consolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
consolerai
ενεστώτα μετοχή
consolant
παθητική μετοχή
consolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
consolions
Παραδείγματα
Il a essayé de consoler sa sœur après l' échec de son examen.
Προσπάθησε να παρηγορήσει την αδερφή του μετά την αποτυχία της στις εξετάσεις.



























