consoler
consoler
kɔ̃sɔle
kawsawle
consoliderconvolerconsumerconsommer

Ορισμός και σημασία του "consoler"στα γαλλικά

consoler
01

παρηγορώ, καθησυχάζω

apporter du réconfort à quelqu'un, calmer sa peine ou sa tristesse 
consoler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
console
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
consolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
consolerai
ενεστώτα μετοχή
consolant
παθητική μετοχή
consolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
consolions
Παραδείγματα
Il console son ami après sa déception. 

Παρηγορεί τον φίλο του μετά την απογοήτευσή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store