Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consoler
01
παρηγορώ, καθησυχάζω
apporter du réconfort à quelqu'un, calmer sa peine ou sa tristesse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
console
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
consolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
consolerai
ενεστώτα μετοχή
consolant
παθητική μετοχή
consolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
consolions
Παραδείγματα
Il console son ami après sa déception.
Παρηγορεί τον φίλο του μετά την απογοήτευσή του.



























