Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le conseil
01
συμβουλή, σύσταση
suggestion ou recommandation donnée à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conseils
Παραδείγματα
Le conseil du professeur était utile.
Η συμβουλή του δασκάλου ήταν χρήσιμη.
02
συμβούλιο, συμβουλευτικό όργανο
groupe de personnes réunies pour délibérer ou décider
Παραδείγματα
Le conseil a voté en faveur de la réforme.
Το συμβούλιο ψήφισε υπέρ της μεταρρύθμισης.



























