Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conscience
01
συνείδηση, επίγνωση
état d'une personne qui perçoit ce qui se passe autour d'elle et en elle-même
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il a perdu la conscience après l'accident.
Έχασε τις αισθήσεις του μετά το ατύχημα.
02
συνείδηση, συνείδηση
faculté de distinguer le bien du mal et de juger ses propres actions
Παραδείγματα
Sa conscience le pousse à dire la vérité.
Η συνείδηση τον ωθεί να πει την αλήθεια.
Λεξικό Δέντρο
inconscience
conscience



























