Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
considérable
01
σημαντικός, μεγάλος
important par sa taille, son nombre ou son importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus considérable
συγκριτικός βαθμός
plus considérable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
considérable
αρσενικό πληθυντικό
considérables
θηλυκό ενικό
considérable
θηλυκό πληθυντικό
considérables
Παραδείγματα
La pluie a causé des dégâts considérables dans la région.
Η βροχή προκάλεσε σημαντικές ζημιές στην περιοχή.



























