Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concilier
01
συμφιλιώνω, συντονίζω
rendre compatible, faire en sorte que deux choses opposées s'accordent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
concilie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
concilions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
concilierai
ενεστώτα μετοχή
conciliant
παθητική μετοχή
concilié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
conciliions
Παραδείγματα
Nous devons concilier nos intérêts pour avancer.
Πρέπει να συμφιλιώσουμε τα συμφέροντά μας για να προχωρήσουμε.



























