Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concasser
01
θρυμματίζω, συντρίβω
réduire un aliment en morceaux irréguliers mais visibles, plus gros que du haché
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
concasse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
concassons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
concasserai
ενεστώτα μετοχή
concassant
παθητική μετοχή
concassé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
concassions
Παραδείγματα
Elle concasse les tomates avant de les mettre dans la sauce.
Αυτή θρυμματίζει τις ντομάτες πριν τις βάλει στη σάλτσα.



























