concasser
Pronunciation
/kɔ̃kasˈe/

Ορισμός και σημασία του "concasser"στα γαλλικά

concasser
01

θρυμματίζω, συντρίβω

réduire un aliment en morceaux irréguliers mais visibles, plus gros que du haché
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
concasse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
concassons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
concasserai
ενεστώτα μετοχή
concassant
παθητική μετοχή
concassé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
concassions
Παραδείγματα
Le poivre est concassé juste avant d' être ajouté à la recette.
Το πιπέρι θρυμματίζεται ακριβώς πριν προστεθεί στη συνταγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store