Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La commission
01
προμήθεια, αμοιβή
rémunération versée à quelqu'un pour un service , une vente ou une transaction réalisée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
commissions
Παραδείγματα
L'agent immobilier reçoit une commission sur chaque vente.
Ο μεσίτης ακινήτων λαμβάνει προμήθεια για κάθε πώληση.
02
επιτροπή, συμβούλιο
groupe de personnes chargé d'étudier, de superviser ou de décider d'une question spécifique
Παραδείγματα
La commission a présenté son rapport au gouvernement.
Η επιτροπή παρουσίασε την έκθεσή της στην κυβέρνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
commission
commi



























