Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
collectionner
01
συλλέγω
rassembler des objets ou des choses similaires pour les garder ou les montrer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
collectionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
collectionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
collectionnerai
ενεστώτα μετοχή
collectionnant
παθητική μετοχή
collectionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
collectionnions
Παραδείγματα
Il collectionne tout ce qui concerne le football.
Συλλέγει όλα όσα αφορούν το ποδόσφαιρο.



























