collectionner
Pronunciation
/kɔlɛksjɔne/

Ορισμός και σημασία του "collectionner"στα γαλλικά

collectionner
01

συλλέγω

rassembler des objets ou des choses similaires pour les garder ou les montrer
collectionner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
collectionne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
collectionnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
collectionnerai
ενεστώτα μετοχή
collectionnant
παθητική μετοχή
collectionné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
collectionnions
Παραδείγματα
Il collectionne tout ce qui concerne le football.
Συλλέγει όλα όσα αφορούν το ποδόσφαιρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store