Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cesser
01
σταματώ, παύω
arrêter de faire quelque chose ou mettre fin à une action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cesse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cessons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cesserai
ενεστώτα μετοχή
cessant
παθητική μετοχή
cessé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cessions
Παραδείγματα
Le vent a cessé de souffler.
Ο άνεμος έπαψε να φυσά.



























