la certitude
Pronunciation
/sɛʀtityd/

Ορισμός και σημασία του "certitude"στα γαλλικά

01

βεβαιότητα, πεποίθηση

état d'esprit de quelqu'un qui ne doute pas
la certitude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La certitude n' exclut pas l' erreur.
Η βεβαιότητα δεν αποκλείει το λάθος.

Λεξικό Δέντρο

incertitude
certitude
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store