certifier
certifier
sɛʁt͡sifje
sertsifye
balbutierdésespéréparalyserobscurité

Ορισμός και σημασία του "certifier"στα γαλλικά

certifier
01

πιστοποιώ, βεβαιώνω

affirmer avec autorité que quelque chose est exact ou vrai 
certifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
certifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
certifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
certifierai
ενεστώτα μετοχή
certifiant
παθητική μετοχή
certifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
certifiions
Παραδείγματα
L'ingénieur certifie la conformité du produit. 

Ο μηχανικός πιστοποιεί τη συμμόρφωση του προϊόντος.

02

πιστοποιώ, βεβαιώνω

garantir officiellement que quelque chose est authentique ou de qualité 
certifier definition and meaning
Παραδείγματα
Le notaire certifie l'authenticité du document. 

Ο συμβολαιογράφος πιστοποιεί την αυθεντικότητα του εγγράφου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store