Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
certifier
01
πιστοποιώ, βεβαιώνω
affirmer avec autorité que quelque chose est exact ou vrai
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
certifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
certifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
certifierai
ενεστώτα μετοχή
certifiant
παθητική μετοχή
certifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
certifiions
Παραδείγματα
Le médecin certifie que le patient est apte au travail.
Ο γιατρός πιστοποιεί ότι ο ασθενής είναι ικανός για εργασία.
02
πιστοποιώ, βεβαιώνω
garantir officiellement que quelque chose est authentique ou de qualité
Παραδείγματα
Le contrôleur certifie la conformité de l' installation électrique.
Ο ελεγκτής πιστοποιεί τη συμμόρφωση της ηλεκτρικής εγκατάστασης.



























