certifier
Pronunciation
/sɛʁtifjˈe/

Ορισμός και σημασία του "certifier"στα γαλλικά

certifier
01

πιστοποιώ, βεβαιώνω

affirmer avec autorité que quelque chose est exact ou vrai
certifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
certifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
certifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
certifierai
ενεστώτα μετοχή
certifiant
παθητική μετοχή
certifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
certifiions
Παραδείγματα
Le médecin certifie que le patient est apte au travail.
Ο γιατρός πιστοποιεί ότι ο ασθενής είναι ικανός για εργασία.
02

πιστοποιώ, βεβαιώνω

garantir officiellement que quelque chose est authentique ou de qualité
certifier definition and meaning
Παραδείγματα
Le contrôleur certifie la conformité de l' installation électrique.
Ο ελεγκτής πιστοποιεί τη συμμόρφωση της ηλεκτρικής εγκατάστασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store