cesser
ce
se
sser
se
se
casser

Ορισμός και σημασία του "cesser"στα γαλλικά

cesser
01

σταματώ, παύω

arrêter de faire quelque chose ou mettre fin à une action 
cesser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cesse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cessons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cesserai
ενεστώτα μετοχή
cessant
παθητική μετοχή
cessé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cessions
Παραδείγματα
Il a cessé de fumer l'année dernière. 

Σταμάτησε να καπνίζει πέρυσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store