la chaise
chaise
ʃɛz
shez
chassechaire

Ορισμός και σημασία του "chaise"στα γαλλικά

01

καρέκλα, κάθισμα

meuble pour s'asseoir, avec un dossier 
la chaise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chaises
Παραδείγματα
Je m'assois sur une chaise. 

Κάθομαι σε μια καρέκλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store