Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chaleureux
01
ζεστός, θερμός
plein d'affection, d'amabilité et de gentillesse envers les autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus chaleureux
συγκριτικός βαθμός
plus chaleureux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chaleureux
αρσενικό πληθυντικό
chaleureux
θηλυκό ενικό
chaleureuse
θηλυκό πληθυντικό
chaleureuses
Παραδείγματα
Son ton chaleureux met tout le monde à l' aise.
Ο ζεστός τόνος του κάνει όλους να νιώθουν άνετα.
Λεξικό Δέντρο
chaleureux
chaleur
eux



























