Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
capituler
01
παραδίνομαι, υποχωρώ
accepter de se rendre ou d'abandonner face à un adversaire
Παραδείγματα
Elle a refusé de capituler malgré les difficultés.
Αρνήθηκε να παραδοθεί παρά τις δυσκολίες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
παραδίνομαι, υποχωρώ