capituler
ca
ka
ka
pi
pi
pi
tu
ty
ty
ler
le
le

Ορισμός και σημασία του "capituler"στα γαλλικά

capituler
01

παραδίνομαι, υποχωρώ

accepter de se rendre ou d'abandonner face à un adversaire 
capituler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
capitule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
capitulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
capitulerai
ενεστώτα μετοχή
capitulant
παθητική μετοχή
capitulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
capitulions
Παραδείγματα
L'armée a finalement capitulé après plusieurs jours de siège. 

Ο στρατός τελικά παραδόθηκε μετά από αρκετές μέρες πολιορκίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store