Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
capituler
01
παραδίνομαι, υποχωρώ
accepter de se rendre ou d'abandonner face à un adversaire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
capitule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
capitulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
capitulerai
ενεστώτα μετοχή
capitulant
παθητική μετοχή
capitulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
capitulions
Παραδείγματα
Elle a refusé de capituler malgré les difficultés.
Αρνήθηκε να παραδοθεί παρά τις δυσκολίες.



























