la capitulation
capitulation
kapitylasjɔ̃
kapitylasyaw

Ορισμός και σημασία του "capitulation"στα γαλλικά

La capitulation
01

συνθηκολόγηση, παράδοση

l'action de se rendre ou d'accepter la défaite face à un adversaire 
la capitulation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capitulations
Παραδείγματα
La capitulation de l'armée a mis fin à la guerre. 

Η παράδοση του στρατού τερμάτισε τον πόλεμο.

Λεξικό Δέντρο

capitulation
capitulate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store