Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capitulation
01
συνθηκολόγηση, παράδοση
l'action de se rendre ou d'accepter la défaite face à un adversaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capitulations
Παραδείγματα
La capitulation de l'armée a mis fin à la guerre.
Η παράδοση του στρατού τερμάτισε τον πόλεμο.
Λεξικό Δέντρο
capitulation
capitulate



























