capitaine
ca
ka
ka
pi
pi
pi
taine
tɛn
ten

Ορισμός και σημασία του "capitaine"στα γαλλικά

Le capitaine
[gender: masculine]
01

καπετάνιος, διοικητής

personne qui commande un bateau, un navire ou une équipe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Capitaines
Παραδείγματα
Le capitaine connaît bien la mer.
Ο καπετάνιος γνωρίζει καλά τη θάλασσα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store