Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le canyon
[gender: masculine]
01
φαράγγι, κατάρρευση
valée profonde et étroite, souvent avec des parois abruptes, formée par l'érosion d'une rivière sur de longues périodes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
canyons
Παραδείγματα
Les canyons peuvent être très profonds et dangereux.
Τα φάραγγα μπορεί να είναι πολύ βαθιά και επικίνδυνα.



























