le canoë
ca
ka
ka
noë
nɔɛ
nawe

Ορισμός και σημασία του "canoë"στα γαλλικά

01

κανό, καγιάκ

petit bateau léger et étroit, propulsé à la pagaie, souvent utilisé pour la randonnée sur l'eau ou le sport 
le canoë definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
canoës
Παραδείγματα
Ils ont fait une sortie en canoë sur la rivière. 

Έκαναν μια εκδρομή με κανό στο ποτάμι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store