Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
canaille
01
αγενής, αναιδής
vulgaire, grossier ou impoli dans le comportement ou les paroles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus canaille
συγκριτικός βαθμός
plus canaille
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
canaille
αρσενικό πληθυντικό
canailles
θηλυκό ενικό
canaille
θηλυκό πληθυντικό
canailles
Παραδείγματα
Son attitude canaille ne passe pas inaperçue.
Η αχρείος συμπεριφορά του δεν περνά απαρατήρητη.
02
άτακτος, θρασύς
peu conventionnel, audacieux, séduisant malgré le non-conformisme
Παραδείγματα
Il a répondu de manière canaille à la remarque du professeur.
Απάντησε με αναιδή τρόπο στην παρατήρηση του δασκάλου.
La canaille
[gender: feminine]
01
κατεργάρης, ατακτούλης
personne espiègle, malicieuse ou audacieuse mais attachante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
canailles
Παραδείγματα
Mon frère est une canaille, mais je l' adore.
Ο αδερφός μου είναι ένας αλήτης, αλλά τον λατρεύω.
02
αλήτης, κακοποιός
personne méprisable, malhonnête ou vulgaire
Παραδείγματα
Les canailles ont été arrêtées par la police.
Οι αλήτες συνελήφθησαν από την αστυνομία.



























