Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouleverser
01
αναστατώνω, διαταράσσω
perturber gravement le fonctionnement normal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bouleverse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouleversons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bouleverserai
ενεστώτα μετοχή
bouleversant
παθητική μετοχή
bouleversé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouleversions
Παραδείγματα
La grève a bouleversé tout le système de transport.
Η απεργία αναστάτωσε ολόκληρο το σύστημα μεταφορών.
02
συγκλονίζω, βαθιά ταράσσω
choquer ou troubler profondément quelqu'un
Παραδείγματα
La nouvelle de son accident m'a bouleversé.
Η είδηση του ατυχήματός του με σάστισε.
03
αναποδογυρίζω, ριζικά αλλάζω
retourner complètement, modifier radicalement
Παραδείγματα
Les archéologues ont bouleversé le site pour trouver des artefacts.
Οι αρχαιολόγοι αναποδογύρισαν τον τόπο για να βρουν αντικείμενα.
Λεξικό Δέντρο
bouleverser
boule
verser



























