Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouleverser
01
αναστατώνω, διαταράσσω
perturber gravement le fonctionnement normal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bouleverse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouleversons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bouleverserai
ενεστώτα μετοχή
bouleversant
παθητική μετοχή
bouleversé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouleversions
Παραδείγματα
Son départ soudain a bouleversé l' organisation du projet.
Η ξαφνική αναχώρησή του σάρωσε την οργάνωση του έργου.
02
συγκλονίζω, βαθιά ταράσσω
choquer ou troubler profondément quelqu'un
Παραδείγματα
Il était bouleversé après l' entretien avec son patron.
Ήταν συγκλονισμένος μετά τη συνέντευξη με τον αφεντικό του.
03
αναποδογυρίζω, ριζικά αλλάζω
retourner complètement, modifier radicalement
Παραδείγματα
Le tremblement de terre a bouleversé le paysage.
Ο σεισμός αναστάτωσε το τοπίο.
Λεξικό Δέντρο
bouleverser
boule
verser



























