bouleverser
boule
bʊl
bool
ver
vɛʁ
ver
ser
se
se

Ορισμός και σημασία του "bouleverser"στα γαλλικά

bouleverser
01

αναστατώνω, διαταράσσω

perturber gravement le fonctionnement normal 
bouleverser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bouleverse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouleversons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bouleverserai
ενεστώτα μετοχή
bouleversant
παθητική μετοχή
bouleversé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouleversions
Παραδείγματα
La grève a bouleversé tout le système de transport. 

Η απεργία αναστάτωσε ολόκληρο το σύστημα μεταφορών.

02

συγκλονίζω, βαθιά ταράσσω

choquer ou troubler profondément quelqu'un 
bouleverser definition and meaning
Παραδείγματα
La nouvelle de son accident m'a bouleversé. 

Η είδηση του ατυχήματός του με σάστισε.

03

αναποδογυρίζω, ριζικά αλλάζω

retourner complètement, modifier radicalement 
Παραδείγματα
Les archéologues ont bouleversé le site pour trouver des artefacts. 

Οι αρχαιολόγοι αναποδογύρισαν τον τόπο για να βρουν αντικείμενα.

Λεξικό Δέντρο

bouleverser

boule

+

verser

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store