Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouleversant
01
συγκλονιστικός, συναρπαστικός
qui provoque une forte émotion ou un grand choc
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bouleversant
συγκριτικός βαθμός
plus bouleversant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bouleversant
αρσενικό πληθυντικό
bouleversants
θηλυκό ενικό
bouleversante
θηλυκό πληθυντικό
bouleversantes
Παραδείγματα
Le livre raconte des événements bouleversants.
Το βιβλίο αφηγείται συγκλονιστικά γεγονότα.



























