boulot
bou
bu
boo
lot
lo
lo

Ορισμός και σημασία του "boulot"στα γαλλικά

Le boulot
[gender: masculine]
01

δουλειά, απασχόληση

travail ou emploi, souvent utilisé de manière familière
le boulot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
boulots
Παραδείγματα
Ils cherchent un boulot pour l' été.
Αναζητούν μια δουλειά για το καλοκαίρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store