le boulot
bou
boo
lot
lo
lo
bouletbulot

Ορισμός και σημασία του "boulot"στα γαλλικά

01

δουλειά, απασχόληση

travail ou emploi, souvent utilisé de manière familière 
le boulot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
boulots
Παραδείγματα
Il a trouvé un nouveau boulot en ville. 

Βρήκε μια νέα δουλειά στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store