Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le boulot
[gender: masculine]
01
δουλειά, απασχόληση
travail ou emploi, souvent utilisé de manière familière
Παραδείγματα
Ils cherchent un boulot pour l' été.
Αναζητούν μια δουλειά για το καλοκαίρι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δουλειά, απασχόληση