bouffi
bou
bu
boo
ffi
fi
fi
bikinijessieméprisamélie

Ορισμός και σημασία του "bouffi"στα γαλλικά

01

πρησμένος, φουσκωμένος

gonflé, enflé, qui paraît plus gros que la normale 
bouffi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bouffi
συγκριτικός βαθμός
plus bouffi
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bouffi
αρσενικό πληθυντικό
bouffis
θηλυκό ενικό
bouffie
θηλυκό πληθυντικό
bouffies
θεματικό πεδίο
santé, apparence, corps
Παραδείγματα
Son visage était bouffi après la réaction allergique. 

Το πρόσωπό του ήταν πρησμένο μετά την αλλεργική αντίδραση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store