Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attaquer
01
επιτίθεμαι, προσβάλλω
aller contre quelqu'un ou quelque chose pour lui faire du mal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
attaque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
attaquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
attaquerai
ενεστώτα μετοχή
attaquant
παθητική μετοχή
attaqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
attaquions
Παραδείγματα
Le tigre a attaqué sa proie dans la jungle.
Η τίγρη επιτέθηκε στο θήραμά της στη ζούγκλα.
02
ασχολούμαι με, προσπαθώ να αντιμετωπίσω
commencer à essayer de faire quelque chose de difficile
Παραδείγματα
Le gouvernement veut s'attaquer au problème du chômage.
Η κυβέρνηση θέλει να επιτεθεί στο πρόβλημα της ανεργίας.
03
ξεκινώ, αναλαμβάνω
commencer une action ou un travail , souvent difficile
Παραδείγματα
Il s'est attaqué à la lecture du livre hier soir.
Άρχισε την ανάγνωση του βιβλίου χθες το βράδυ.



























