Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
associer
01
συνδέω, συσχετίζω
relier ou mettre ensemble des choses ou des idées
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
associe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
associons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
associerai
ενεστώτα μετοχή
associant
παθητική μετοχή
associé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
associions
Παραδείγματα
Ce symbole est associé à la paix.
Αυτό το σύμβολο συνδέεται με την ειρήνη.
02
συμμετέχω, λαμβάνω μέρος
participer à une action ou à un projet avec d'autres
Παραδείγματα
Ils se sont associés à la manifestation pacifique.
Συμμετείχαν στην ειρηνική διαδήλωση.
03
συνεργάζομαι, συνδέομαι
s'unir avec quelqu'un pour faire quelque chose ensemble
Παραδείγματα
Nous nous sommes associés avec eux pour ce travail.
Συνεργαστήκαμε μαζί τους για αυτή τη δουλειά.
04
ταιριάζει καλά, συνδυάζεται αρμονικά
aller bien avec quelque chose, former un bon ensemble
Παραδείγματα
Ce parfum s' associe à merveille avec cette crème.
Αυτό το άρωμα συνδυάζεται θαυμάσια με αυτή την κρέμα.
05
εμπλέκω, συμμετέχω
faire participer quelqu'un à une activité ou un projet
Παραδείγματα
Nous avons associé plusieurs partenaires à cette initiative.
Συμμετείχαμε αρκετούς συνεργάτες σε αυτήν την πρωτοβουλία.



























