assister
Pronunciation
/asiste/

Ορισμός και σημασία του "assister"στα γαλλικά

assister
01

παρακολουθώ, παρίσταμαι

être présent à un événement ou une activité
assister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
assiste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
assistons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
assisterai
ενεστώτα μετοχή
assistant
παθητική μετοχή
assisté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
assistions
Παραδείγματα
Les étudiants ont assisté au séminaire sur la culture.
Οι φοιτητές παρευρέθηκαν στο σεμινάριο για τον πολιτισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store