Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assister
01
παρακολουθώ, παρίσταμαι
être présent à un événement ou une activité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
assiste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
assistons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
assisterai
ενεστώτα μετοχή
assistant
παθητική μετοχή
assisté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
assistions
Παραδείγματα
Les étudiants ont assisté au séminaire sur la culture.
Οι φοιτητές παρευρέθηκαν στο σεμινάριο για τον πολιτισμό.



























