Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assortir
01
ταιριάζω, εναρμονίζω
faire correspondre, harmoniser des couleurs, des vêtements ou des objets
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
assortis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
assortissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
assortirai
παθητική μετοχή
assorti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
assortissions
Παραδείγματα
Les rideaux sont assortis au canapé.
Οι κουρτίνες ταιριάζουν με τον καναπέ.
02
συμπληρώνω, αρμονίζω
compléter quelque chose en ajoutant un élément qui convient ou qui améliore l'ensembleمل کردن
Παραδείγματα
Le maquillage assorte le costume pour un look parfait.
Το μακιγιάζ συμπληρώνει τη στολή για μια τέλεια εμφάνιση.



























