Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asseoir
01
κάθομαι, παίρνω θέση
prendre place en position assise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
assois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
asseyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
assoirai
ενεστώτα μετοχή
asseyant
παθητική μετοχή
assis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
asseyions
Παραδείγματα
Je m'assois toujours près de la fenêtre.
Πάντα κάθομαι κοντά στο παράθυρο.
02
εγκαθιστώ, ιδρύω
établir fermement, fonder quelque chose
Παραδείγματα
Ils ont assis leur réputation sur la qualité de leur travail.
03
τοποθετώ, βάζω
placer ou disposer quelque chose solidement
Παραδείγματα
Il a assis la lampe sur la table.
Έβαλε τη λάμπα στο τραπέζι.
04
καθίζω, τοποθετώ καθισμένο
faire prendre place à quelqu'un en position assise
Παραδείγματα
Il a assis les enfants autour de la table.
Έκατσε τα παιδιά γύρω από το τραπέζι.



























