Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assembler
01
συγκεντρώνω, ενώνω
réunir des éléments dispersés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
assemble
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
assemblons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
assemblerai
ενεστώτα μετοχή
assemblant
παθητική μετοχή
assemblé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
assemblions
Παραδείγματα
Assembler une équipe compétente est essentiel.
Συναρμολόγηση μιας ικανής ομάδας είναι απαραίτητη.
02
συναρμολογώ, συγκεντρώνω
monter des pièces pour former un objet
Παραδείγματα
Il faut assembler ces tuyaux correctement.
Πρέπει να συναρμολογηθούν σωστά αυτοί οι σωλήνες.
03
συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι
se réunir en un groupe
Παραδείγματα
Le conseil s' assemble une fois par mois.
Το συμβούλιο συνεδριάζει μία φορά το μήνα.



























