Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assembler
01
συγκεντρώνω, ενώνω
réunir des éléments dispersés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
assemble
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
assemblons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
assemblerai
ενεστώτα μετοχή
assemblant
παθητική μετοχή
assemblé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
assemblions
Παραδείγματα
Le professeur assemble les élèves dans la cour.
Ο δάσκαλος συγκεντρώνει τους μαθητές στην αυλή.
02
συναρμολογώ, συγκεντρώνω
monter des pièces pour former un objet
Παραδείγματα
Il assemble les pièces du puzzle.
Συναρμολογεί τα κομμάτια του παζλ.
03
συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι
se réunir en un groupe
Παραδείγματα
Les manifestants s'assemblent sur la place principale.
Οι διαδηλωτές συγκεντρώνονται στην κεντρική πλατεία.



























